Καλοκαιρινοί έρωτες: ποιοι γινόμαστε όταν έρχεται το καλοκαίρι
Καλοκαιρινοί έρωτες: ποιοι γινόμαστε όταν έρχεται το καλοκαίρι
Ή αλλιώς: γιατί χαμογελάμε ακόμα γι' αυτούς που «δεν κράτησαν»
Κάντε ένα μικρό τεστ στον εαυτό σας. Φέρτε στο μυαλό σας έναν καλοκαιρινό έρωτα — δικό σας, από όποια ηλικία κι αν προέρχεται. Και προσέξτε τι κάνει το πρόσωπό σας εκείνη τη στιγμή.
Χαμογελάτε. Έστω λίγο. Έστω κρυφά.
Και εδώ είναι το παράξενο: οι περισσότεροι από αυτούς τους έρωτες τελείωσαν. Κάποιοι τελείωσαν άσχημα. Κάποιοι δεν πρόλαβαν καν να αρχίσουν. Κι όμως — χαμογελάμε.
Για κάτι που χάνεις, κλαις. Δεν χαμογελάμε λοιπόν για κάτι που χάσαμε· χαμογελάμε για κάτι που ζήσαμε. Για κάτι που, για λίγες εβδομάδες, μας έκανε να νιώσουμε... περισσότερο εμείς.
Και αυτό αξίζει να το κοιτάξουμε από κοντά. Γιατί αυτό το άρθρο δεν είναι για το «άλλο πρόσωπο» εκείνου του καλοκαιριού. Είναι για εμάς.
Η ανατομία ενός καλοκαιρινού έρωτα
Τι ακριβώς αλλάζει το καλοκαίρι και μας κάνει τόσο... ερωτεύσιμους — και τόσο ικανούς να ερωτευτούμε;
Δεν είναι το ηλιοβασίλεμα, όσο κι αν βοηθάει. Είναι κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: αλλάζουν οι όροι με τους οποίους ζούμε.
Αλλάζει ο χρόνος. Τον χειμώνα ο χρόνος είναι κάτι που μας κυνηγάει — προθεσμίες, υποχρεώσεις, «πρέπει να προλάβω». Το καλοκαίρι, για λίγο, ο χρόνος ξαναγίνεται κάτι που έχουμε. Ένα απόγευμα μπορεί να μην οδηγεί πουθενά. Και μέσα σε έναν χρόνο που δεν οδηγεί πουθενά, χωράει επιτέλους μια συνάντηση που δεν εξυπηρετεί τίποτα — δηλαδή μια αληθινή συνάντηση.
Αλλάζει το σώμα. Από εργαλείο μετακίνησης ανάμεσα σε υποχρεώσεις, ξαναγίνεται τόπος όπου ζούμε: αλάτι στο δέρμα, ξυπόλητα πόδια, ήλιος. Ένα σώμα που νιώθει, είναι ένα σώμα που μπορεί να συνδεθεί.
Αλλάζουν τα «πρέπει». Το καλοκαίρι αδειάζει για λίγο ο ρόλος: δεν είμαστε ο διευθυντής, η μητέρα που τρέχει, ο άνθρωπος που «πρέπει να τα προλάβει όλα». Σε ένα νησί, σε μια παραλία, σε μια πόλη που δεν μας ξέρει, είμαστε απλώς ένα όνομα. Και αυτό το όνομα, χωρίς τους τίτλους του, αποδεικνύεται πολύ πιο γοητευτικό απ' ό,τι του είχαμε πει.
Και αλλάζει η σχέση μας με το παρόν. Ο καλοκαιρινός έρωτας δεν έχει μέλλον — και το ξέρει. Δεν υπάρχουν σχέδια, γνωριμίες με γονείς, συζητήσεις «πού πάει αυτό». Υπάρχει μόνο το απόψε. Και χωρίς το βάρος του «πού πάει», μένει όλος ο χώρος για το «πώς είναι».
Η ανατροπή: ποιον ερωτευτήκαμε στ' αλήθεια
Εδώ όμως έρχεται το σημείο που αλλάζει όλη την ιστορία.
Ξαναθυμηθείτε εκείνον τον έρωτα. Όχι το πρόσωπο — εσάς. Πώς ήσασταν εκείνες τις εβδομάδες; Πιο ανάλαφροι. Πιο αυθόρμητοι. Γελούσατε πιο εύκολα. Λέγατε πράγματα που τον χειμώνα δεν θα τολμούσατε. Χορεύατε, ίσως, ενώ «δεν χορεύετε». Ήσασταν γενναιόδωροι με τον χρόνο σας, με το βλέμμα σας, με την παρουσία σας.
Και τώρα η ερώτηση που ενοχλεί λίγο, με τον καλό τρόπο: μήπως αυτό που νοσταλγούμε δεν είναι εκείνος ο άνθρωπος — αλλά ο εαυτός μας όπως ήταν δίπλα του;
Δεν ερωτευτήκαμε μόνο «εκείνον» ή «εκείνη». Ερωτευτήκαμε το ποιοι γίναμε στην παρουσία τους. Τον εαυτό μας χωρίς πανοπλία — χωρίς τους ρόλους, τις άμυνες, τα σενάρια. Ο άλλος ήταν ο καθρέφτης· αυτό που λάμπει μέσα στην ανάμνηση είμαστε εμείς.
Γι' αυτό και ο καλοκαιρινός έρωτας δεν είναι ψευδαίσθηση, όπως συνηθίζουμε να τον υποτιμούμε. Είναι μια γεύση. Μια γεύση του ποιοι είμαστε όταν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να υπάρχει.
Ο καλοκαιρινός έρωτας ως δάσκαλος
Αν τον δούμε έτσι, κάθε καλοκαιρινός έρωτας — ακόμα κι αυτός που «δεν οδήγησε πουθενά» — μας έχει αφήσει ένα μάθημα. Όχι για το ποιον τύπο ανθρώπου ψάχνουμε. Για το ποιον τύπο εαυτού μάς λείπει.
Δοκιμάστε το ως μικρή άσκηση. Θυμηθείτε ποιοι ήσασταν εκείνο το καλοκαίρι — και ρωτήστε: τι από αυτό λείπει από τη ζωή μου τώρα;
Η αυθορμησία; Ο χρόνος που δεν οδηγεί πουθενά; Το σώμα που νιώθει; Το θάρρος να πω αυτό που σκέφτομαι; Το γέλιο που δεν ζητάει άδεια;
Ό,τι κι αν απαντήσατε, κρατήστε το. Γιατί αυτή η απάντηση δεν περιγράφει ένα χαμένο καλοκαίρι. Περιγράφει μια διαθέσιμη δυνατότητα. Ο εαυτός εκείνου του καλοκαιριού δεν ήταν δάνειο της περίστασης — ήταν δικός σας. Είναι δικός σας. Απλώς τον βγάζετε σπάνια.
Ο Σεπτέμβριος δεν παίρνει τον έρωτα — παίρνει την άδεια
Και φτάνουμε στο πιο ενδιαφέρον ερώτημα απ' όλα: γιατί τελειώνουν οι καλοκαιρινοί έρωτες;
Η εύκολη απάντηση: γιατί τελειώνουν οι διακοπές, γιατί ο καθένας γυρίζει στην πόλη του, στη ζωή του. Η πιο αληθινή απάντηση: γιατί τον Σεπτέμβριο ανακαλούμε την άδεια.
Την άδεια να έχουμε χρόνο που δεν παράγει τίποτα. Την άδεια να είμαστε αυθόρμητοι. Την άδεια να συνδεθούμε χωρίς να υπολογίζουμε. Την άδεια να μην είμαστε ο ρόλος μας.
Ο Σεπτέμβριος δεν μας παίρνει τον άνθρωπο — τις περισσότερες φορές, έτσι κι αλλιώς, ο άνθρωπος ήταν περαστικός. Μας παίρνει κάτι πολύ πιο δικό μας: τον τρόπο που ζούσαμε δίπλα του. Και δεν μας τον παίρνει με τη βία. Τον παραδίδουμε μόνοι μας, σχεδόν με ανακούφιση, γιατί «τώρα αρχίζουν τα σοβαρά».
Λες και το να είμαστε ζωντανοί δεν είναι σοβαρό.
Κι αν δίναμε αυτή την άδεια όλο τον χρόνο;
Δεν εννοώ να ζούμε δώδεκα μήνες σαν να είμαστε σε νησί — η ζωή έχει υποχρεώσεις, και καλώς τις έχει. Εννοώ κάτι μικρότερο και πιο επαναστατικό: να μην περιμένουμε τον Αύγουστο για να συναντήσουμε τον εαυτό μας.
Ένα απόγευμα την εβδομάδα που δεν οδηγεί πουθενά. Ένα γεύμα χωρίς κινητό απέναντι σε έναν άνθρωπο που μας ενδιαφέρει. Μια κουβέντα όπου λέμε αυτό που νιώθουμε, όχι αυτό που «ταιριάζει». Πέντε λεπτά με τα πόδια στο χώμα ή στο νερό. Μικρές, καθημερινές άδειες — από εμάς, προς εμάς.
Γιατί ο καλοκαιρινός έρωτας, στο βάθος, δεν ήταν ποτέ ιστορία δύο ανθρώπων. Ήταν η στιγμή που ένας άνθρωπος — εμείς — επέτρεψε στον εαυτό του να υπάρχει ολόκληρος. Και αυτή η ιστορία δεν χρειάζεται ούτε νησί, ούτε Αύγουστο, ούτε καν δεύτερο πρόσωπο για να συνεχιστεί.
Χρειάζεται μόνο την άδειά μας.
Φέτος το καλοκαίρι, λοιπόν, αν έρθει ένας έρωτας — καλώς να έρθει. Αν δεν έρθει, ας μην έρθει. Το ερώτημα που αξίζει να πάρουμε μαζί μας στην παραλία είναι άλλο:
Ποιος γίνομαι όταν δίνω στον εαυτό μου την άδεια — και τι με εμποδίζει να του τη δίνω και τον Νοέμβριο;
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου